Χαλασμένο αυτοκίνητο στην ερημιά: παθιαστική συνάντηση με μοναχική κάτοικο
Βλάβη στην ερημιά και πρώτη συνάντηση με την μυστηριώδη κάτοικο
Ήμουν en δρόμο μέσα από αυτές τις ερημικές πεδιάδες, όταν το παλιό μου αυτοκίνητο άρχισε να βήχει σαν άσθματικός. Ο κινητήρας έσβησε με δραματικό αναστεναγμό, και βρέθηκα στη μέση του πουθενά. Ο ήλιος έδυε, και εγώ, η είκοσι πέντε χρονών Άννα, με βαλίτσα γεμάτη ρούχα για το Σαββατοκύριακο, στεκόμουν ανυπεράσπιστη δίπλα στον δρόμο. Στα βάθη φαινόταν το μοναδικό σπίτι – παλιό, αλλά περιποιημένο καλύβι με ζεστό φως στα παράθυρα. Ήμουν πραγματικά τρομοκρατημένη, αλλά δεν είχα επιλογή. Πήγα στην πόρτα και χτύπησα.
Η πόρτα άνοιξε αργά, και μπροστά μου στάθηκε αυτή – Ελένα, όπως έμαθα αργότερα, γυναίκα στα τριάντα, ίσως σαράντα, με καταιγίδα σκούρων μαλλιών που έπεφταν στους ώμους και μάτια που φαίνονταν να ρουφάνε το φως. Φορούσε χαλαρή λευκή μπλούζα που τόνιζε τα γεμάτα της στήθη, και παντελόνι που αγκαλιάζει τους γοφούς. Ήταν ώριμη, σίγουρη για τον εαυτό της, και το χαμόγελό της είχε κάτι υπνωτιστικό.
– Τι μπορώ να κάνω για σένα, αγάπη μου; – ρώτησε με μαλακή, ζεστή φωνή, κοιτάζοντάς με με ελαφριά έκπληξη.
– Χάλασε το αυτοκίνητό μου... Δεν έχω σήμα, κανείς πουθενά εδώ γύρω. Μπορώ να χρησιμοποιήσω τηλέφωνο; Ή... μήπως μπορείς να μου προτείνεις κάτι; – μουρμούρισα, νιώθοντας να κοκκινίζω κάτω από το βλέμμα της.
Γέλασε ήσυχα, κάνοντάς μου νόημα να μπω μέσα.
– Φυσικά, μπες. Μένω εδώ μόνη χρόνια, ξέρω αυτούς τους δρόμους σαν την παλάμη μου. Τηλέφωνο; Χα, το σήμα εδώ είναι αδύναμο, αλλά έχω γεννήτρια και σταθερή επαφή με μηχανικό. Θα πιεις τσάι, πριν σκεφτούμε κάτι;
Μπήκα μέσα. Το σπίτι μύριζε ξύλο, βότανα και κάτι γλυκό, σαν βανίλια. Το σαλόνι ήταν άνετο: η σόμπα έτριζε, στους τοίχους κρέμονταν πίνακες τοπιογραφιών, και στο τραπεζάκι στεκόταν ένα μπουκάλι κρασί. Η Ελένα κινούνταν με χάρη, σερβίροντάς μου τσάι. Πραγματικά για πρώτη φορά ένιωσα τέτοιο μουρμουρητό στο δέρμα, όταν τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά μου, δίνοντάς μου το φλιτζάνι. Της είπα για μένα – για τη δουλειά στην πόλη, για το πώς δραπετεύω από τον θόρυβο. Εκείνη άκουγε, κουνώντας το κεφάλι.
– Εγώ μένω εδώ από τον χωρισμό. Η μοναξιά έχει τις χάρες της, αλλά μερικές φορές... νοσταλγείς παρέα. Ειδικά τέτοια νέα και γεμάτη ζωή σαν εσένα.
Κάρφωσα το βλέμμα μου, νιώθοντας ζέστη στα μάγουλα. Ο μηχανικός θα έρθει αύριο το πρωί, είπε. Μείνε τη νύχτα. Το δωμάτιο επισκεπτών είναι έτοιμο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Μετά το δείπνο – απλή αλλά νόστιμη σαλάτα και κρασί – καθόμασταν δίπλα στη σόμπα. Η κουβέντα κυλούσε ομαλά: για όνειρα, για ελευθερία, για το πώς οι γυναίκες μερικές φορές καταλαβαίνουν καλύτερα η μία την άλλη. Το χέρι της ακούμπησε στο γόνατό μου, σαν τυχαία.
– Είσαι τεταμένη από το στρες. Μήπως μασάζ; – πρότεινε, και η φωνή της έγινε χαμηλότερη, πιο ιδιωτική.
– Εγώ... δεν ξέρω... – ψέλλισα, αλλά κούνησα το κεφάλι. Πραγματικά ήμουν περίεργη τι θα βγει από αυτό. Με ξάπλωσε στον καναπέ, τα χέρια της άρχισαν να δουλεύουν στους ώμους μου. Ήταν δυνατά, αλλά απαλά. Ένιωσα την ένταση να φεύγει, και στη θέση της να έρχεται κάτι άλλο – ζεστασιά που απλωνόταν στο σώμα. Η ανάσα της γαύγιζε τον λαιμό μου, και έκλεισα τα μάτια, παραδίδοντας τον εαυτό μου σε αυτή την αφή.
Η πόρτα άνοιξε αργά, και μπροστά μου στάθηκε αυτή – Ελένα, όπως έμαθα αργότερα, γυναίκα στα τριάντα, ίσως σαράντα, με καταιγίδα σκούρων μαλλιών που έπεφταν στους ώμους και μάτια που φαίνονταν να ρουφάνε το φως. Φορούσε χαλαρή λευκή μπλούζα που τόνιζε τα γεμάτα της στήθη, και παντελόνι που αγκαλιάζει τους γοφούς. Ήταν ώριμη, σίγουρη για τον εαυτό της, και το χαμόγελό της είχε κάτι υπνωτιστικό.
– Τι μπορώ να κάνω για σένα, αγάπη μου; – ρώτησε με μαλακή, ζεστή φωνή, κοιτάζοντάς με με ελαφριά έκπληξη.
– Χάλασε το αυτοκίνητό μου... Δεν έχω σήμα, κανείς πουθενά εδώ γύρω. Μπορώ να χρησιμοποιήσω τηλέφωνο; Ή... μήπως μπορείς να μου προτείνεις κάτι; – μουρμούρισα, νιώθοντας να κοκκινίζω κάτω από το βλέμμα της.
Γέλασε ήσυχα, κάνοντάς μου νόημα να μπω μέσα.
– Φυσικά, μπες. Μένω εδώ μόνη χρόνια, ξέρω αυτούς τους δρόμους σαν την παλάμη μου. Τηλέφωνο; Χα, το σήμα εδώ είναι αδύναμο, αλλά έχω γεννήτρια και σταθερή επαφή με μηχανικό. Θα πιεις τσάι, πριν σκεφτούμε κάτι;
Μπήκα μέσα. Το σπίτι μύριζε ξύλο, βότανα και κάτι γλυκό, σαν βανίλια. Το σαλόνι ήταν άνετο: η σόμπα έτριζε, στους τοίχους κρέμονταν πίνακες τοπιογραφιών, και στο τραπεζάκι στεκόταν ένα μπουκάλι κρασί. Η Ελένα κινούνταν με χάρη, σερβίροντάς μου τσάι. Πραγματικά για πρώτη φορά ένιωσα τέτοιο μουρμουρητό στο δέρμα, όταν τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά μου, δίνοντάς μου το φλιτζάνι. Της είπα για μένα – για τη δουλειά στην πόλη, για το πώς δραπετεύω από τον θόρυβο. Εκείνη άκουγε, κουνώντας το κεφάλι.
– Εγώ μένω εδώ από τον χωρισμό. Η μοναξιά έχει τις χάρες της, αλλά μερικές φορές... νοσταλγείς παρέα. Ειδικά τέτοια νέα και γεμάτη ζωή σαν εσένα.
Κάρφωσα το βλέμμα μου, νιώθοντας ζέστη στα μάγουλα. Ο μηχανικός θα έρθει αύριο το πρωί, είπε. Μείνε τη νύχτα. Το δωμάτιο επισκεπτών είναι έτοιμο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Μετά το δείπνο – απλή αλλά νόστιμη σαλάτα και κρασί – καθόμασταν δίπλα στη σόμπα. Η κουβέντα κυλούσε ομαλά: για όνειρα, για ελευθερία, για το πώς οι γυναίκες μερικές φορές καταλαβαίνουν καλύτερα η μία την άλλη. Το χέρι της ακούμπησε στο γόνατό μου, σαν τυχαία.
– Είσαι τεταμένη από το στρες. Μήπως μασάζ; – πρότεινε, και η φωνή της έγινε χαμηλότερη, πιο ιδιωτική.
– Εγώ... δεν ξέρω... – ψέλλισα, αλλά κούνησα το κεφάλι. Πραγματικά ήμουν περίεργη τι θα βγει από αυτό. Με ξάπλωσε στον καναπέ, τα χέρια της άρχισαν να δουλεύουν στους ώμους μου. Ήταν δυνατά, αλλά απαλά. Ένιωσα την ένταση να φεύγει, και στη θέση της να έρχεται κάτι άλλο – ζεστασιά που απλωνόταν στο σώμα. Η ανάσα της γαύγιζε τον λαιμό μου, και έκλεισα τα μάτια, παραδίδοντας τον εαυτό μου σε αυτή την αφή.
Νύχτα στο σπίτι μοναχικής γυναίκας: το μασάζ μετατρέπεται σε αισθησιακή εγγύτητα
Ξάπλωνα σε αυτόν τον καναπέ, και τα χέρια της Ελένας γλιστρούσαν στην πλάτη μου, χαλαρώνοντας κάθε μυ. Η αφή της ήταν ηλεκτρισμένη – τα δάχτυλα πίεζαν βαθιά, αλλά με τέτοια ακρίβεια, που ένιωθα σαν σε транς. Πραγματικά για πρώτη φορά άφησα τον εαυτό μου σε κάτι τέτοιο με άλλη γυναίκα. Ήμουν αμφιφυλόφιλη, αλλά ποτέ δεν το είχα εξερευνήσει πλήρως. Η Ελένα μουρμούριζε ήσυχα, η φωνή της δονούταν κοντά στο αυτί.
– Χαλάρωσε, Άννα. Το νιώθεις; Το σώμα σου θυμάται τι ποθεί.
– Ναι... είναι απίστευτο – ψιθύρισα, καθώς τα χέρια της κατέβηκαν χαμηλότερα, στους γοφούς. Μου έβγαλε την μπλούζα, σαν για καλύτερη πρόσβαση, και εγώ δεν διαμαρτυρήθηκα. Το δέρμα της ήταν ζεστό, μύριζε λεβάντα. Γύρισα ανάσκελα, και εκείνη με κοίταξε με αυτά τα βαθιά μάτια.
– Είσαι όμορφη. Η σκληρή κρούστα της πόλης ραγίζει, έτσι;
Κούνησα το κεφάλι, τραβώντας την μπλούζα της. Την έβγαλε αργά, αποκαλύπτοντας τα γεμάτα στήθη σε δαντελένιο σουτιέν. Έσκυψε, τα χείλη της άγγιξαν τα δικά μου. Το φιλί ήταν απαλό στην αρχή, αλλά γρήγορα έγινε πεινασμένο. Γλώσσες μπλέκονταν, χέρια περιπλανιούνταν. Πραγματικά ήμουν υγρή, το ένιωθα μέσα από το παντελόνι.
– Θέλω να σε αγγίξω – μουρμούρισε, ξεκουμπώνοντας τα τζιν μου.
– Κάν’ το... παρακαλώ – αναστέναξα.
Τα δάχτυλά της γλίστρησαν κάτω από τα εσώρουχα, αγγίζοντας τον κλειτορίδα. Ο οργασμός ερχόταν σε κύματα – πρώτα απαλά, μετά δυνατά. Αγκύλωσα, δαγκώνοντας το χείλος. Μετά την έγδυσα εγώ, φιλώντας τον λαιμό, τα στήθη. Είχε γεύση αλμυρή-γλυκιά. Την ξάπλωσα δίπλα, τα χείλη μου κατέβηκαν χαμηλά. Την έγλειφα αργά, βυθίζοντας δάχτυλα. Φώναζε ήσυχα:
– Βαθύτερα, αγάπη μου! Ναι!
Ώρες περνούσαν σε αμοιβαίες εξερευνήσεις. Χρησιμοποιήσαμε λάδι μασάζ, γλιστρώντας στα σώματα. Το μουνί της ήταν λείο, υγρό. Το έγλειφα, ρουφώντας, μέχρι να τρέμει σε έκσταση. Μετά εκείνη πάνω μου – η γλώσσα της ήταν μαέστρος, τα δάχτυλα δονούσαν μέσα μου. Πρώτη φορά ένιωσα διπλό οργασμό, φωνάζοντας το όνομά της. Αποκοιμήθήκαμε πλεγμένες, γυμνές δίπλα στη σόμπα.
Το πρωί ξύπνησα με το κεφάλι της στον κόρφο μου. Ο μηχανικός ήρθε, αλλά εγώ δεν ήθελα να φύγω αμέσως. Η Ελένα χαμογέλασε:
– Θα ξανάρθεις; Δεν τελείωσε.
– Το υπόσχομαι – ψιθύρισα, φιλώντας την στο αντίο.
– Χαλάρωσε, Άννα. Το νιώθεις; Το σώμα σου θυμάται τι ποθεί.
– Ναι... είναι απίστευτο – ψιθύρισα, καθώς τα χέρια της κατέβηκαν χαμηλότερα, στους γοφούς. Μου έβγαλε την μπλούζα, σαν για καλύτερη πρόσβαση, και εγώ δεν διαμαρτυρήθηκα. Το δέρμα της ήταν ζεστό, μύριζε λεβάντα. Γύρισα ανάσκελα, και εκείνη με κοίταξε με αυτά τα βαθιά μάτια.
– Είσαι όμορφη. Η σκληρή κρούστα της πόλης ραγίζει, έτσι;
Κούνησα το κεφάλι, τραβώντας την μπλούζα της. Την έβγαλε αργά, αποκαλύπτοντας τα γεμάτα στήθη σε δαντελένιο σουτιέν. Έσκυψε, τα χείλη της άγγιξαν τα δικά μου. Το φιλί ήταν απαλό στην αρχή, αλλά γρήγορα έγινε πεινασμένο. Γλώσσες μπλέκονταν, χέρια περιπλανιούνταν. Πραγματικά ήμουν υγρή, το ένιωθα μέσα από το παντελόνι.
– Θέλω να σε αγγίξω – μουρμούρισε, ξεκουμπώνοντας τα τζιν μου.
– Κάν’ το... παρακαλώ – αναστέναξα.
Τα δάχτυλά της γλίστρησαν κάτω από τα εσώρουχα, αγγίζοντας τον κλειτορίδα. Ο οργασμός ερχόταν σε κύματα – πρώτα απαλά, μετά δυνατά. Αγκύλωσα, δαγκώνοντας το χείλος. Μετά την έγδυσα εγώ, φιλώντας τον λαιμό, τα στήθη. Είχε γεύση αλμυρή-γλυκιά. Την ξάπλωσα δίπλα, τα χείλη μου κατέβηκαν χαμηλά. Την έγλειφα αργά, βυθίζοντας δάχτυλα. Φώναζε ήσυχα:
– Βαθύτερα, αγάπη μου! Ναι!
Ώρες περνούσαν σε αμοιβαίες εξερευνήσεις. Χρησιμοποιήσαμε λάδι μασάζ, γλιστρώντας στα σώματα. Το μουνί της ήταν λείο, υγρό. Το έγλειφα, ρουφώντας, μέχρι να τρέμει σε έκσταση. Μετά εκείνη πάνω μου – η γλώσσα της ήταν μαέστρος, τα δάχτυλα δονούσαν μέσα μου. Πρώτη φορά ένιωσα διπλό οργασμό, φωνάζοντας το όνομά της. Αποκοιμήθήκαμε πλεγμένες, γυμνές δίπλα στη σόμπα.
Το πρωί ξύπνησα με το κεφάλι της στον κόρφο μου. Ο μηχανικός ήρθε, αλλά εγώ δεν ήθελα να φύγω αμέσως. Η Ελένα χαμογέλασε:
– Θα ξανάρθεις; Δεν τελείωσε.
– Το υπόσχομαι – ψιθύρισα, φιλώντας την στο αντίο.
Αποχαιρετισμός με ελπίδα επιστροφής: ικανοποιητικό τέλος της παθιαστικής νύχτας
Ο μηχανικός διόρθωσε το αυτοκίνητο γρήγορα – ήταν ηλίθια μπαταρία. Στεκόμουν στο κατώφλι του σπιτιού της Ελένας, με βαλίτσα στο χέρι, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Η νύχτα ήταν αξέχαστη: μετά το μασάζ πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Το κρεβάτι της ήταν τεράστιο, με μεταξωτά σεντόνια. Αγαπηθήκαμε αργά, εξερευνώντας κάθε γωνιά. Χρησιμοποιήσαμε το παιχνίδι της – δονητή, που μας έκανε να τρέμουμε. Πραγματικά για πρώτη φορά ήμουν τόσο ανοιχτή, τόσο ελεύθερη.
Η Ελένα ξάπλωνε κάτω μου, τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από τους γοφούς μου. Βυθίζοντας τον δονητή βαθιά, κοίταζα πώς σπαρταρούσε στην ηδονή.
– Είσαι θεά... μην σταματάς! – στεναγμόγελαζε.
Μετά εκείνη πάνω μου: έγλειφε τις θηλές μου, δαγκώνοντας ελαφρά, δάχτυλα στο κωλο μου και στο μουνί ταυτόχρονα. Έσκασα, υγρή όπως ποτέ. Μιλούσαμε ανάμεσα στους οργασμούς – για τη μοναξιά της, για τις αμφιβολίες μου για τους άντρες. «Οι γυναίκες ξέρουν καλύτερα», έλεγε γελώντας.
Το πρωί, στο πρωινό, με άγγιζε κάτω από το τραπέζι.
– Δεν τελείωσε, Άννα. Έχω αριθμό. Έλα όποτε θες. Εδώ είναι το καταφύγιό σου.
– Θα έρθω. Πραγματικά ένιωσα κάτι βαθύ – είπα, φιλώντας την παθιασμένα.
Έφυγα, κοιτώντας στον καθρέφτη τη σιλουέτα της. Ο δρόμος φαινόταν φωτεινότερος. Γύρισα στην πόλη changed – συνειδητοποιημένη για τις επιθυμίες μου. Της τηλεφωνώ κάθε βράδυ, σχεδιάζοντας την επόμενη συνάντηση. Αυτή η βλάβη ήταν το καλύτερο που μου συνέβη.
Η Ελένα ξάπλωνε κάτω μου, τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από τους γοφούς μου. Βυθίζοντας τον δονητή βαθιά, κοίταζα πώς σπαρταρούσε στην ηδονή.
– Είσαι θεά... μην σταματάς! – στεναγμόγελαζε.
Μετά εκείνη πάνω μου: έγλειφε τις θηλές μου, δαγκώνοντας ελαφρά, δάχτυλα στο κωλο μου και στο μουνί ταυτόχρονα. Έσκασα, υγρή όπως ποτέ. Μιλούσαμε ανάμεσα στους οργασμούς – για τη μοναξιά της, για τις αμφιβολίες μου για τους άντρες. «Οι γυναίκες ξέρουν καλύτερα», έλεγε γελώντας.
Το πρωί, στο πρωινό, με άγγιζε κάτω από το τραπέζι.
– Δεν τελείωσε, Άννα. Έχω αριθμό. Έλα όποτε θες. Εδώ είναι το καταφύγιό σου.
– Θα έρθω. Πραγματικά ένιωσα κάτι βαθύ – είπα, φιλώντας την παθιασμένα.
Έφυγα, κοιτώντας στον καθρέφτη τη σιλουέτα της. Ο δρόμος φαινόταν φωτεινότερος. Γύρισα στην πόλη changed – συνειδητοποιημένη για τις επιθυμίες μου. Της τηλεφωνώ κάθε βράδυ, σχεδιάζοντας την επόμενη συνάντηση. Αυτή η βλάβη ήταν το καλύτερο που μου συνέβη.
